
Εάν ισχυριστώ πως ο Αχέροντας είναι το πιο διάσημο ελληνικό ποτάμι, ίσως και σε παγκόσμιο επίπεδο, μάλλον «κομίζω γλαύκας εις Αθήνας». Και τούτο γιατί είναι γνωστό από τον Όμηρο ακόμη, καθώς, σύμφωνα με τη μυθολογία, είναι αυτό που κουβαλούσε τις ψυχές των πεθαμένων στον Κάτω Κόσμο (Άδη), μέσω της Αχερουσίας λίμνης (αποξηραμένης σήμερα από το 1960).
Η ονομασία του προέρχεται, κατά τους περισσότερους ερευνητές, από τη λέξη άχος = στεναγμός, μεγάλη θλίψη. Κατά άλλους από το ρήμα αχώ = βροντώ, κάνω μεγάλο θόρυβο, αφού διαρρέει κάποια από τα πιο τραχιά τοπία που αφήνουν τον επισκέπτη άναυδο. Ιδιαίτερα τα τοπόσημα Πύλες του Άδη (δίπλα στο δυσπρόσιτο χωριό Σερζιανά στο νοτιότερο τμήμα της Λάκκας Σουλίου και πίσω από το ιστορικό χωριό του Σουλιώτικου Τετραχώρου Αβαρίκο), τις οποίες Πύλες φύλαγε ο Κέρβερος, και η πασίγνωστη Σκάλα της Τζαβέλαινας (για την οποία δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι περισσότερο) προκαλούν στη θέα τους γοητευτικό ξάφνιασμα και σαγηνευτικό δέος!
Κι ενώ οι σχετικές αφετηριακές λέξεις – ερμηνείες είναι διαφορετικές, ωστόσο είναι απόλυτα ταιριαστές και οι δύο σε σχέση με τον μυθικό ποταμό, καθώς «συνδυάζει» και τη μεγάλη θλίψη για τους νεκρούς που κουβαλάει (σύμφωνα με τη μυθολογία) και με την εξαίσια τρομακτική φυσική του διάσταση. Και μάλιστα όταν κανείς τον επισκέπτεται χειμώνα καιρό και ακούει τον απόκοσμο αχό του καθώς παίρνει το βουτηγμένο στην εξωτική φύση μονοπάτι από τη Σκάλα της Τζαβέλαινας και πάνω. Είναι σαν να λέμε «ποιος είδε τέτοιον ποταμό και δεν κόπηκ’ η λαλιά του!»
Αυτό λοιπόν το ποτάμι συνδέεται άμεσα με την ηρωική ιστορία των Σουλιωτών και με την καθημερινή ζωή τους. Και τούτο γιατί αποτελούσε μια αδιαπέραστη τάφρο και ένα ανίκητο φυσικό φρουρό του Σουλίου από τη νοτιοανατολική και νοτιοδυτική πλευρά του, λες και τον έφτιαξε επί τούτου με μεγάλη μαστοριά μια θεία δύναμη. Έτσι στις πολλές δεκαετίες των πολέμων, τα αμέτρητα φουσάτα του Αλή Πασά καθώς και των Αγαδο-Μπέηδων των καμποχωριών της Ποταμιάς, του Γαρδικίου και του Μαργαριτίου ποτέ δεν τόλμησαν να τον διαβούν και να κατευθυνθούν προς το Τετραχώρι (Σούλι, Κιάφα, Σαμονίβα, Αβαρίκο). Γιατί ποιος εχθρός άραγε, όσο πολυπληθής και καλά εξοπλισμένος κι αν ήταν, θα επιχειρούσε να περάσει από τη Σκάλα της Τζαβέλαινας και θα τα κατάφερνε; Κανείς. Ακόμη και μια χούφτα Σουλιώτικα παλικάρια (ο νεότερος Κέρβερος!) ήταν σε θέση να γκρεμοτσακίσουν στα παγωμένα και ορμητικά νερά του μιλιούνια Τουρκαλβανών. Και επειδή οι επίδοξοι κατακτητές το γνώριζαν πολύ καλά αυτό, απέφευγαν σαν ο διάβολος το λιβάνι όχι μόνο να τον διαβούν, αλλά και να τον πλησιάσουν.
Έτσι σχεδίαζαν και εκτελούσαν τις πολυάριθμες επιθέσεις τους από άλλα σημεία στα Βόρεια και Ανατολικά του Σουλίου, κι ας ήταν πολύ πιο απόμακρα, ορεινά και δύσβατα. Όπως τα περάσματα στα υψίπεδα του Ζαβρούχο και του Γαρδικιού, το σέλωμα του Πόποβου στον ορεινό όγκο του Γκορίλα, το οροπέδιο στο βουνό Βριτζάχα, τα μονοπάτια της οροσειράς της Μούργκας κλπ. Ακόμη και όταν το Σούλι ήταν στα τελευταία του αγκομαχητά, ο γιος του Αλή Βελής το περικύκλωσε ασφυκτικά χωρίς να διαβεί τον Αχέροντα.
Πρώτα οδήγησε τα στρατεύματα από τα Γιάννενα και τις άλλες περιοχές στην Παραμυθιά και έπειτα τα συγκέντρωσε στο Τσαγκάρι ανεβαίνοντας από τη μια και κατεβαίνοντας από την άλλη τον Γκορίλα! «… Ούτος δε (ο Βελή Πασάς) συγκεντρώσας αυτά (τα στρατεύματα στα Γιάννενα) εστράτευσε προς το μέρος της Παραμυθίας, κακείθεν (και από εκεί) διεβιβάσθη εις τα όρια του Σουλλίου πλησίον του χωρίου Τζαγκάρι, όπου και εστρατοπέδευσε…», γράφει ο Περραιβός στο έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥΛΛΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΓΑΣ» (σελ. 126).
Ένας άλλος, σπουδαίος επίσης, ρόλος του Αχέροντα ήταν η υδροδότηση των Σουλιωτών και των κοπαδιών τους. Βεβαίως και υπήρχαν πολλά πηγάδια. Σε όλα τα χωριά και κυρίως στο Σούλι και την Κιάφα, όπου και σώζονται έως σήμερα αρκετά. Ακόμη και πάνω στα κάστρα της Κιάφας και του Κουγκίου υπήρχαν για έκτακτες κυρίως καταστάσεις. Όμως, όπως είναι γνωστό, λόγω του αυξημένου πληθυσμού, ανθρώπων και ζώων, καθώς και της συχνής ξηρασίας και της μεγάλης ζέστης των καλοκαιριών, το νερό των πηγαδιών δεν επαρκούσε. Εξ ου και οι συχνές σοβαρές προστριβές ανάμεσα στις φάρες (κυρίως Μποτσαραίους και Τζαβελαίους) και γενικότερα στους κατοίκους του Σουλίου. Έτσι, το νερό των πηγών του Αχέροντα, τα «Χώνια», αν και βρισκόταν αρκετά μακριά και μεταφερόταν με πολύ κόπο, ήταν αυτό που έδινε λύση σε ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματά τους και ιδιαίτερα των Σαμονιβιωτών και Αβαρικιωτών. Ακόμη και νερόμυλους είχαν χτίσει στην τοποθεσία «Ντάλα», στη συμβολή του Αχέροντα με το «Τσαγκαριώτικο ρέμα» για να αλέθουν το σιτάρι και το καλαμπόκι.
Σε καιρό πολέμου ένα από τα πρώτα μελήματα των Σουλιωτών ήταν η με κάθε θυσία προστασία και υπεράσπιση των πηγών αυτών και των ΄προσβάσεων σε αυτές.Κι ενώ ήταν τόσο μεγάλη η σημασία του ποταμού Αχέροντα για τους Σουλιώτες, προκαλεί εντύπωση που ο Ιστορικός του Σουλίου Χριστόφορος Περραιβός φαίνεται να αγνοεί το όνομά του! Δύο φορές μάλιστα που κάνει λόγο γι’ αυτόν, τον ονομάζει «Θύαμη». «Το δε σημερινόν Σούλλι κείται εις την μεσόγειον (ξηρά) απέχον της θαλάσσης υπέρ τας εξ ώρας, ούτε λιμένα άλλον έχει πλησιέστερον εκτός του της Σπλάντζας, όπου εκβάλλει ο Θύαμις ποταμός εις το Ιόνιον Πέλαγος, ενούται δε μετ’ αυτού ου μακράν των εκβολών και ο Κωκυτός ποταμός (Βάβα)». (Σελ. 9). Καθώς ο συγγραφέας ήταν και αρχαιογνώστης και αρχαιολάτρης, η άγνοια αυτή προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση και γεγονός δυσεξήγητο. Ίσως η μακρά απουσία του στο εξωτερικό τον έκανε να συγχέει τον Αχέροντα με το άλλο και μεγαλύτερο ποτάμι της Θεσπρωτίας Θύαμη (Καλαμάς).
Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, ο Αχέροντας, όταν τον δει κανείς από κοντά, σαν σκύψει και τον αφουγραστεί με προσοχή και σέβας, είναι το ποτάμι που θα του ψιθυρίσει τα όσα θαυμαστά κουβαλάει στο διάβα των αιώνων από τον «Θείο» Όμηρο ως τους «αδάμαστους» Σουλιώτες.
Βαγγέλης Τσιρώνης
Φιλόλογος Συγγραφέας
Τελευταία ενημέρωση 12 Νοεμβρίου 2025 17:12:34 από News Room




